Η διδαχή του γέροντα Γαβριήλ περί της Θέωσης και της παραβολής των 10 παρθένων

«Ποιήσωμεν τον ανθρώπων καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωμα ημών» - τα ρήματα ταύτα της «Γεννήσεως» ανήκουν σε πάσα την ανθρωπότητα στους πάντες τους κατοίκους της οικουμένης για το παρελθόν, για το παρόν και το μέλλον. Και μάλιστα τα ρήματα ταύτα ανήκουν στους πάντες τους ανθρώπους. Άραγε όμως καθένας ο άνθρωπος, γεννημένος καθ’ εικόνα του Θεού απέκτησε με την ζωή του την αληθινή ομοιότητα Του; Και μάλιστα, το ανήκει σε πάντες τους ανθρώπους. Άραγε καθένας ο άνθρωπος, γεννημένος καθ’ εικόνα του Κυρίου απέκτησε με την ζωήν του αληθινή ομοιότητα Του; Άραγε απέκτησε κάθε ψυχή την Θεϊκή καρποφορία και έγινε με τον καρπό του όμοιος του θεριστού του. Η πραγματικότητα μας δείχνει, ότι όχι, διότι κάθε ψυχή παρουσιάζεται η θεϊκή καρποφορία και αληθινή ομοιότητα του Θεού – το μεγάλο εν λόγω μυστήριο τούτο απέκτησαν μόνον τά αληθινά τέκνα τού Θεού με την πίστιν καί τά έργα των, τό ευρέθησαν με την απόκτισιν του Πνεύματος του Αγίου, δια το οποίον αγωνίσθηκαν μέ τήν τέτοιαν αυταπάρνησιν .

        Η ουσία της ζωής του ανθρώπου είναι η σωτηρία τής ψυχής τουκαίντόν αγώνα διά την σωτηρίαν ταύτη. Διότι ο άνθρωπος ο οποίος –συνείδητα ή ασυνείδητα τέθει τέρμα στήν χριστιανική ζωή του, καταδικάζει τό εαυτό του γιά τό θάνατο, νά σταματίση τις εκεί τό είναι απώλεια, διότι νά σταματίση τις νά κάμνει τά ψυχώφελα έργα του, θά στερίση τότε τήν ζωήν, καί ζεί γιά τόν θάνατο

       Και ιδιαίτερως αυτό βασιζόταν στο θεμέλιο της ουσίας της ζωής του καθενός, που βρέθηκε την ανάπαυσιν και την αιώνια μακαριότητα. Οι οποίοι αγωνίσθηκαν καθημερινά, ακαταπαύστως και δεν ικανοποιήθηκαν με το μέτρο που απέκτησαν καί ορμούσαν πρός τήν αιωνιότητα. Η ζωή των στο κόσμο τούτο είναι ασταμάτητο αγώνα, διότι δι’ αυτούς το τέλος του αγώνα ακόμη δεν σημειώθηκε την σταματησίν του και η ζωή των στεφανώθηκε υπό του Κυρίου, στην Βασιλεία των Ουρανών. Τούτο μας διδάσκει ο Άγιος Απόστολος Παύλος: «αδελφοί, εγώ εμαυτόν ούπω λογίζομαι κατεληφιναι εν δε, τα μεν οπίσω επιλανθανόμενος κατά σκοπών διώκω επί το βραβείο της από κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού» (Φιλιπ. 13-14). Καθένας τοιούτος αγωνίστηκαν δια της σωτήριας της ψυχής του και την ενότητα με τον Κύριο, οι μέν με τον γνωστό, οι δέ με το άγνωστο τρόπο, μερικοί μέ τον ένα, άλλοι μέ τους πολλούς τρόπους της ζωής των. Καθένας απ’ αυτούς έχει συγκεκριμένο τρόπο (κατά ποιότητας) της ενότητος με το Κύριον, καθένας με την ζωή του και στό βύθος της καρδίας του επιδιώχθηκε τόν σκοπόν του να φτάσει σιγά-σιγά, μετά μεγάλου πόνου, μεγάλης λύπης, άλλα και μέ την μεγαλύτερη υπομονή και μετά τού μεγάλου πόθους, έχει ανυψωσεί στήν κορυφαία αρετήν.

       Κάθε άνθρωπος φρόνιμος, αγωνιστής και υγιεινός θρησκεύτηκα στέκεται πρός τήν προσβάσιν της κορυφής του όρους τούτου, διότι συνεννοήθηκαν, ότι η κύρια ιδέα γνώσεως της ζωής των καθίσταται αυτό, το όρος τούτο «άκουε, Ισραήλ Κύριος ο Θεός ημών Κύριος εις εστί και αγαπήσεις Κύριον τον Θεον σου εξ όλης ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου – αυτή πρώτη εντολή. Και δευτέρα όμοια, αύτη αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτον» (Μρκ. ιβ. 29-31). Καθένας απ’ αυτών με την υπομονή, με συνεχήν προσπαθήσει των κατά το συγκεκριμένο μέτρο εκτελέστηκε τα λόγια τούτα και απέκτησε από το Κύριο το μικρό ή μεγάλο βραβείο των – εκ της τελειοποιημένης, δηλ, της αγάπης του Θεού. Στο καθένα εδώθηκε κάτι, το δικό των μέρος δια την αγάπη του πλησίον του, δια τη δράσιν, τα έργα και το πόνο των. Ιδιαιτέρως όμως – σ’ αυτούς, οι οποίοι όλως θυσιάστηκαν το εαυτό των δια τον Κύριον και Ευαγγελιόν Του. Αυτοί αξιώθηκαν υπό του Χριστού να ανεβαίνουν στη κορυφή του όρους τούτου, να στέφθηκαν και να απολαύθηκαν τελείως την γεύσιν της Θεϊκής αγάπης.

       Τις όμως ανέβασε το εαυτό του δια τον συνάνθρωπων, τουλάχιστον στο ύψος πρόσιτον δι’ αυτό, ώστε όλη η ψυχή του θα σκεπάσθηκε με την Θεϊκή αγάπή; Τινές άραγε ήταν αυτοί πού απολάυθηκαν τόση τελείαν ενωσιν και προσέγγισιν με τον Θεόν και γνώστη – και την αγνωστην φύσιν του Κυρίου άνευ γνώσεως των ρημάτων του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου: «ο Θεός αγάπη εστίν» (Α. Ιω. δ’ 8). Να πει τις λέξεις με τόση βαθείαν συγκίνησιν, υπεράνω κάθε συναισθέσεως δυνατόν μόνον αυτοί, που έχουν πια αποκτήσει την γνώσιν της τελείας, ύψιστης αγάπης.

        Ξυπνήσαντος τό πρωί θυμήθηκα τον π. Γαβριήλ και αποφάσισα να τον επίσκεψα. Παρόλο που τον είδα λίγο πριν, επιθυμήθηκα και πάλιν να τον είδα. Συνήθως, θυμίζοντας τον μέγα πατέρα αυτόν πάντοτε ηθελόμουν την επικοινωνίαν μ ’ αυτόν, - άν και δεν είχα επείγουσα τι εργασία που προκάλεσε την ανάγκη της παραμονής μου στο σπίτι, - συχνά ερχόμουν σ’ αυτόν. Ήταν φθινόπωρο, μια συνηθισμένη μέρα , ακτινοβολούσε ο ήλιος. Ξεκίνησα στα εννέα το πρωί, έφτασα την Μετσχέτα, νομίζω στο εννεάμιση . Αν θυμάμαι, πέρασα και τον Ναό Σβετιτσχοβέλι, προσεκύνησα τον τόπον όπου φιλάττεται ο χιτών του Κυρίου μας και τράβηξα προς το γυναικείο μοναστήρι Σαμτάβρω ...

        Γράφω με τόσες λεπτομέρειες, διότι θέλω να φυλάξω, - αν δυνατόν, - στη μνήμη μου όλα τα γεγονότα, ο τι έγινε σ’ αυτήν, την πολύτιμη για μένα μέρα, θέλω να εξιστορήσω απ’ αρχήν έως το τέλος που γινόταν τότε, που θυμάμαι – τα λεπτομέρεια, ενώ και ασήμαντα για τους άλλους, πολύτιμο όμως, τουλάχιστον για μένα. Διότι όλα αυτά συνδέονται - αχώριστα ως τα μέρη του συνόλου – της μεγάλης ημέρας ταύτης. Και νομίζω, πως τούτο όχι μόνον δεν θα φόρτωση υπερβολικά την διήγηση μου, άλλα θά το ανακούφιση περισσότερον...

       Δυνατόν όμως να ξεχαστεί πολλά εδώ, και πολλά μπορεί να φυγή από την μνήμη μου, άλλα το δεν θα μείωση, νομίζω, το γενικό, που έχω να ειπώ, την πυρήνη της διηγήσεως μου.

       Εισέρχοντας, λοιπών, στο μοναστήρι Σαμτάβρω προσκύνησα το μικρό παρεκκλησίον της Αγίας Νίνα, και το μεγάλο Καθολικό και τράβηξα προς των κελλίον του π. Γαβριήλ. Ανέβηκα τις σκάλες, που οδηγούν και στο κελλί του γέροντα και στο κοινόβιον των γυναικών. Και οι δύο πόρτες του κελλίου ήταν ανοικτοί, προς την εξωτερική πόρτα καθόταν στο κούτσουρο η μονάχή Παρασκευή, ή οποία χαμογέλασε, μόλις μου είδε, κι’ εγώ μόλις ήθελα να ανοίξω το στόμα μου να ζήτησα την ευλογία και να εισήλθα μέσα, η αδελφή Παρασκευή η ίδια μπήκε μέσα στο κελλί του π. Γαβριήλ και του πληροφόρησε ότι ήλθα. Ταυτόχρονος είπα μου, ο οποίος στεκόταν πρό της πόρτα: «έλα, διατί στέκεις;» Κι εγώ δεν χρόνισα και μπήκα μέσα. Στα χέρια μου εγώ κρατούσα το μικρό τσάντα γεμάτο με τις ευλογίες, το ότι ο καθένας επισκέπτης φερόταν για τον γέροντα με την μεγάλη χαρά εκφράζοντας έτσι και την μεγάλη των αγάπη προς τον πατέρα. Καταλαμβάνοντας όλοι ότι αυτός ήταν μεγαλύτερος θησαυρός της ζωής των. Και ο π. Γαβριήλ παρακαλούσε με όλη την καρδία καθέναν τον επισκέπτη και με τις ευλογίες και με τον δείπνο που εφτιαζόταν ο ίδιος, ή πού φτιαζόνταν με τις καθοδιγίες του. Σπάνια βρισκόταν τις εκ των επισκεπτών του ο οποίος όχι μόνον δύο, τρεις ή περισσότερες φόρες, άλλα και μόνο μία φορά συναντήθηκαν μ’ αυτόν και δεν γεύθηκε κάτι – τουλάχιστον το παραμικρό από το στρωμένο τραπέζι του μακαρίου γέροντος τούτου. Όχι, μάλιστα δέν παρακαλούσε μέ τήν υπομονή, παρακαλούσε όμως να λάβουν τόσο, ώστε κανείς – αν και χορτασμένος δεν μπορούσε να μην γευθεί, και να μη ανάπαυση την καρδία του θαμαστού γέροντος τούτου, ο οποίος χαιρόταν σαν το μικρό παιδί εάν τις – η μικρός, είτε μεγάλος – έτρωγε κάτι από το τραπέζι του και θα χορτάσει. Θα συνεχίσω τώρα τι έχω να διηγηθώ... Το τσάντα μου έδωσα στην αδελφή Παρασκευή, εγώ δέ προσέγγισα τον π. Γαβριήλ, έσκυψα το κεφάλι μου για την προσκύνηση και του είπα: «Ευλόγησον, πάτερ». Και αυτός με την συνηθισμένη σοβαρότητα εκ βαθέως της καρδίας μου ευλόγησε και σήμαινε να κάθισα στον πλάι του κούτσουρον. Από κει και πέραν θέλω να απομακρυνθώ λίγο από το θέμα της διηγήσεως μου και να πω δύο λόγια πέρι των ευχών καί ευλογιών του π. Γαβριήλ. Ποτέ μου – από τον καιρό που γνώρισα τον π. Γαβριήλ, – δεν θυμάμαι αν βιαστή ο γέροντας ευχόντας ή ευλογώντας, ούτε τις θύμηση, - έστω και πολλοί τις περίμεναν. Δεν λέγω ότι ο γέροντας άφηνε τις να περιμένει πολλά χρόνια ή με την τεταμένη προσευχή του ή παρόμοιο κάτι έκανε την εντύπωση για το φαινόμενο. Όχι μάλιστα! Φυσικό ήτο παντού, ότι η εσωτερική του χάρις και η δύναμης εκδηλωνόνταν φανερά, καθαυτό και όχι από τον γέροντα, όχι από τις προσπάθειες του δήθεν ήθελε αυτός να φανέρωσει το εαυτό του πρός τούς ανθρώπους, - αλλά το γινόταν αυτομάτως, καταυτόν φυσικών τρόπο, με την καθημερινή απλότητα του γέροντας ,και διότι το ήταν γνωστό και φανερό δια τον ανθρώπων, εξαιτίας μόνον τούτου και τον Θεό..., - το ό τι παρά της μεγάλης προσπάθειας του να το κρύβει, δεν κρυβόταν ... Να πούμε πιο ακριβέστερα – αδύνατον να κρύβει τις ολόκληρος – δεν το κρύβεται –αυτή η ενότητα, που είχε ο π. Γαβριήλ με τον Θεό. Να εξηγηθούμε πιό ευκρινώς ό τι αναφερομέν άνωθι περί του Θεού, θα προσπαθήσω να εκθέσω την γνώμη μου προκειμένου. Άν υπάρχει άραγε τις, ή κάτι που είναι πιό κρυφό, πιό μυστικό και πιό ολόκληρο παρά τό Πνεύμα τό Άγιον; Άν υπάρχει κάτι που αδύνατον να θεωρηθεί, όχι μόνον υπό των ανθρώπων άλλα και υπό των Αγίων Αγγέλων; Αν το γίνεται, άραγε, εξαιτίας του υπερτάτου, του υψίστου Θεού; Αυτός παρίσταται τό Ών, τό αληθινόν Ών, ο Δημιουργός του παντός. Δυνατόν, άραγε να υπάρχει κάτι ή κάποιος πού κρατάει μέ καθαρότητα την αλήθεια της αντότητός Του; Όχι μάλιστα. Το ίδιο θα είπα και περί του λειτουργού Του, του μεγάλου γέροντας, ο οποίος είχε ολόκληρη ενότητα με τον Κύριο – το γεγονός που θα είδαμε από τον περαιτέρω διάλογο. Ο διάλογος τούτος θα μας δείξει ό τι ο γέροντας απέκτησε με τήν ενότητα μετά τού Κυρίου στήν Βασιλεία δε - την αιώνια τελειοποίηση του τέλους του.

       Φυσικό, βεβαίως, αυτός ήξερε, ποία ευλογία πρέπει να δώσει στόν καθένα. Αυτός δεν υποκρινόταν, ούτε σοφιζόταν, άλλα με την διορατική του χάρισμα, πού είχε όχι δια την συγκεκριμένη στιγμή, ή συγκεκριμένη περίοδο, αλλά είχε διά πάντα – αυτός έλεγε στο καθένα, που είχε να πει. Τούς μεν ευλογούσαν μόνον, τούς δε προειδοποιούσαν περί του πειρασμού, το οποίον τον περίμενε – κάτι πού εμποδιόταν στην πνευματική του πρόοδο, την οικοδομή της ψυχής του. Δι’ αυτό ο π. Γαβριήλ δεν είχε την ανάγκη να πληροφορηθεί υπό τινός , δέν είχε την ανάγκη της ομολογήσεως, της επικοινωνίας για το συγκεκριμένο κατάλληλο θέμα με τον επισκέπτη. Ο διορατικός οφθαλμός του έβλεπε τα πάντα και ο γέροντας μιλούσε και στον πρόσωπον που τον είχε δει την πρώτη φόρα έτσι, ώστε και στον παλαιόν γνωστόν του, μιλούσε με την ίδια βαθύτητα της εννοίας του θέματος, το οποίο είχε να πει, μιλούσε και εξαντλητικά...

       Μόλις πέρασαν δέκα περίπου στιγμές από τόν καιρό όπου κάθισα εγώ κοντά στο γέροντα και ο π. Γαβριήλ λέγει στην μοναχή : «φύγε, αδελφή, να ξεκουράσης, αν τυχόν χρειαστώ κάτι θα σου φωνάξω». Και η αδελφή Παρασκευή δεν χρόνισε και σε δύο-τρία λεπτά έφυγε στο κελλί της. Έμειναν μόνοι μας στο κελλί. Πέρασαν μερικές στιγμές της σιωπής και ο π. Γαβριήλ μου κοίταξε και είπε: «Θέλεις, φίλε μου, νά μιλήσουμε γιά τα θεολογικά θέματα;». Εγώ συμφώνησα με τόν γέροντα χαμογελώντας. Χάθηκα ταυτοχρόνως - ποίος συνομιλητής στα θεολογικά θέματα με τον π. Γαβριήλ ήμουν εγώ;

       Καθόμουν με ανυπομονησία, περίμενα τι θά έκανε ο μακάριος πατήρ. Ο αυτός δε ανορθώθηκε από το ντιβάνι, όπου καθόταν, έριξε εκεί την μανδύα, με την οποία σκεπαζόταν τα πόδια του, μετά άναψε το λιβάνι, κάθισε στο κούτσουρο και με το χαϊδευτικό του πρόσωπο ( όπως συνήθως ) μου ρώτησε: «Να πές μου, αδελφέ, τινός εκ των ψαλμών αγαπάς εσύ πιο περισσότερον ?»

       Χάθηκα πολύ από την ερώτηση ταύτη, δεν ήξερα ποιάν απάντηση να είπα του γέροντα, διότι δεν αγαπούσα ιδιαίτερα ούτε ένα από τους ψαλμούς, είχα ανάγκη όμως να απάντηση κάτι και είπα του π. Γαβριήλ ότι τον Ξ΄, τον οποίον, συνήθως, έχουμε να αναγνωρίζουμε πιό συχνά, και τον οποίον κατά κάποιον τρόπο και μου άρεσε περισσότερα.

       «Ε, λοιπών, «ελέησον με» αγαπάς; Πράγματι ιδιαίτερος ψαλμός μεταξύ των άλλων είναι αυτός . Επομένως, εάν τον αγαπάς, πρέπει να ξέρης καί την έννοια του, και, να πες μου, παρακαλώ, τι σημασία περιέχει «τα άδηλα και τα κρύφια τής σοφίας σου εδήλωσας μοι;»

       Εγώ κατάλαβα καί στην αρχήν, ότι αδυνάτησα να ηπάντησα τού π. Γαβριήλ. Επειδή όμως μου είπε ο γέροντας «εάν αγαπάς πρέπει και να γνωρίσεις την έννοια», - ντράπηκα να του είπα αμέσως «δεν ξέρω», άλλα προσπάθησα νά έκανα – διότι αλλιώς συνέβη ότι θά είπα τα ψέματα... Σ’ αυτήν τη κατάσταση, χαμένος βρισκόμουν αρκετά χρόνια, κατάλαβα, ότι ματαίως βασανιζόμουν – το χρόνο έτρεχε, δεν μου ταίριασε να έμεινα τόσον χρόνο χωρίς απάντηση, - κι εγώ, συγκέντρωσα όλες τις δυνάμεις μου, καί ντρεπόμενος ομολόγησα απλώς: «δεν ξέρω, γέροντα»,καί μ’ αυτό ομολόγησα ταυτοχρόνως και την αδυναμία μου – αδυνατώ, δηλαδή ν’ απαντήσω σε ερώτηση ταύτην.

       Ο γέροντας δέν εκδηλώθηκε τίποτε, αντίθετα, χαμογέλασε, όπως συνήθως, μέ το χαμόγελο πλέον αγάπης, πού ανακουφίστηκε εσωτερικά – έγινε συνηθισμένο για μένα σημείο ότι ο γέροντας δέχθηκε όλα αυτά καλά και εγώ κατάλαβα, ότι το συνέβη για μένα εξ’ αιτίας της αδυναμίας μου και όχι διά το ψεύδο ....

       Βρέθηκα σε τέτοια κατάσταση – σάν χαμμένος πού δέν ξέρει τι να απαντήσει, δέν ήξερα όμως, δέν βρήκα την κατάλληλη απάντηση , καί επιτέλους αποφάσισα καί είπα στόν πατέρα Γαβριήλ

        -Δέν ξέρω, γέροντα...

       Μόλις τό είπα καί αμέσως η εσωτερική μου εκνευρισμένη κατάσταση – δήθεν είπα τα ψέματα στον γέροντα, - εξαφανίστηκε διόλου.

       - Καλά, φίλε μου, ειμή εσύ, τότε εγώ θά σου πώ τι έννοια έχει «τα άδηλα και τα κρύφια .... εδήλωσας μου ». Πρωπαντώς άς αρχίσουμε από «τα άδηλα», που ο βασιλεύς Δαυίδ δικαίως και σοφώς αναφέρει πρίν τά ρήματα «τα κρύφια» καί το οποίο τη δυνάμει της εννοίας του δηλώνει τά θαυμάσια της σοφίας του Θεού.

       Τό κρυφό δε είναι ό τι δεν φαίνεται, δηλ. ο πνευματικός κόσμος, τον οποίον ο αγαθός και παντοδύναμος Κύριος εδυμιούργησε και έκτισε τη οικονομία της ακαταλήπτης νοεράς σοφίας του, πρό της δημιουργίας του ορατού κόσμου και κτίσεως του ανθρώπου – τη ενότητι δέ αμφότερων των κόσμων τούτων αποτελείται το πλήρωμα της δημιουργίας του Κυρίου, ο άνθρωπος δέ αποτελεί ο τελειωμένος καθρέπτης της εν λόγω πληρώματος, μέ τον οποίον ο Κύριος τη ακαταλήπτη σοφία του συνδέθηκε και ένωσε αμφωτέρας τις φύσεις – την ανωτάτη, δηλ. πνευματική και την φυσικήν, την κατωτέρα, της πνευματικής. Αμφωτέρας αυτάς ο Θεός ένωσε γενικά σε ένα πρόσωπο σε την εικόνα του ανθρώπου.

       Αμφότερους δέ τους κόσμους τούτους – τον φυσικών μαζί με τον πνευματικόν είδε χωρίς τα κωλύματα ο Αδάμ πρό της πτώσεως του. Καί εκ του οράματος του υπεράνω κόσμου εκδηλώθηκε περισσότερα η σοφία και το μεγαλείον του Θεού, δια μέσου τών θαυματουργημάτων υπεράνω τού φυσικού κόσμου. Αυτά θεωρούσε ο Αδάμ πρό της πτώσεως, μετά δε την πτώσιν έγιναν τα άδηλα και τα κρύφια – δια τον Αδάμ και όλην την ανθρωπότητα. Τα οράματα τούτα είχαν δεδομένα διά μας, στερεωθήκαμε όμως. Η αμαρτία, η παρακοή, παράβασις του λόγου του Θεού μας έκαναν τυφλά διά την θεωρίαν ταύτην. Αυτούς δε, που έτυχαν να γίνουν άξιοι κατόπιν της δηλώσεως των αδήλων, αυτή τους εδώθηκε τω ελέω Κυρίου δια της ιδιαιτέρα αγιότητα της ζωής των.

       Βλέπεις λοιπών, φίλε μου, ότι έχουμε οι άνθρωποι ανάγκη της αγιότητος, δια να τύχη κατόπιν ο άνθρωπος την θεωρήσιν των αδήλων και των κρυφιών, που στερεωθήκαμε μετά την πτώσιν και αφαιρεθήκαμε αυτό – τον θαυμάσιο κλήρων τούτο – να θεωρούμε και βιώνουμε τη σοφία του Θεού. Εάν δέν υπάρχει, φίλε μου, κάτι ακατάληπτο τότε αρκετόν, δηλαδή, τα είπα...

       - Όχι, γέροντα, όλα τά κατάλαβα, - απάντησα.

       - Τώρα ας πούμε τα δύο λόγια και περί του ό τι είναι τό πιό ενδιαφέρον, περί «τα κρύφια» .

       Τα κρύφια είναι ο κόλπος της μυστικής γνώσεως του Θεού, όπου οι άνθρωποι δέχονται με ιδιαίτερο τρόπο, τω ελέι καί τή οικονομία του Θεού, αυτοί οι άνθρωποι, δηλαδή, οι οποίοι ατελεύτητος, σταδιακά, με την βία, μονίμως, μετά συνεργίας και ενέργειας του Αγίου Πνεύματος, άνθρωποι, οι οποίοι μέ την θεωρία, γνώσει και εμπνεύσει Του γίνονται μυητοί των υπερτάτων θείων μυστηρίων και διά μεσού της μυστικής διδασκαλίας Του γίνονται σοφοί σε γνώσιν του Θεού, των Αγίων και των ανθρώπων, γνώσεις, μέσω της οποίας δηλώνεται στον άνθρωπο – κατά το δυνατόν, - το πλήρωμα του θελήματος του Θεού, ( το οποίο άλλωστε καθίσταται ακατάληπτον νοερά), γνώσεις περί του Πρόνοια Του και του βύθους των θαυμάτων τά οποία γίνονται μέ την κτίσιν. Άλλο είναι να βλέπει τις και να άκουει, άλλο – να κατανόηση το μυστήριο που θεώρηση ή περί του οποίου έχει ακούσει. Τα κρύφια, φίλε μου, δεν θεωρούται, - θεωρούνται όπως είπαμε τά άδηλα, - επειδή υπάρχει μόνο η νοερά θεωρία, δια μέσου της οποίας το Άγιο Πνεύμα χαρίζη την δύναμιν τής οδηγήσεως. Δια να ανοιχθούν οι πόρτες των κρύφιων ενωπίον τον άνθρωπον, πρέπει να έχει αυτός εκτός της αγιότητας, και την αξίαν τινά ενωπίον του Θεού, αυτή που χαρίζεται στον άνθρωπο μέσω των πολλών πειρασμών, θλίψεων, διωγμών, αδικιών, εμπαιγμών, κατακρίσεων, πόνων, ιδρώτων και αγόνων – μικρών και μεγάλων, - όλα, που διατρέχει αύτος μετ’ αγάπης και ταπεινώσεως διά τον Κύριο και το Ευαγγέλιο Του.

       Η θεώρησις των αδήλων δίνεται, όπως είπαμε, κατόπιν της αγίας ζωής ενώπιον του Θεού, η αγιότητα δέ-με την κτιστή αξία – την αποκάλυψιν των κρυφιών. Δι’ αυτό και είπα, φίλε μου, στην αρχή της συζητήσεώς μου, ότι δίκιο έχει ο βασιλεύς Δαϋιδ ο οποίος αναφέρει περί άδηλα, προ των κρυφιών. Διότι με τον αγώνα ο άνθρωπος πρώτα φτάνει τα όρια της αγιότητος επάνω στο υψηλότατο μέτρο των οποίων δίνεται η θεώρησις των αδήλων, ύστερον δε, εάν τις συνεχίζει με ζήλο τον άγονα του και κατόπιν, ενώπιον του βλέμματος του ελεήμονος και φιλανθρώπου Θεού αυτός θα λάβει και την γνώσιν των κρυφιών. Ο άνθρωπός, ο οποίος βυθίζεται στην γνώσιν των αδήλων και λάβει τάς αποκαλύψεις κατά το μέτρο του, αυτός θ’ αφιερώσει το εαυτό του στήν θεώρηση μέ όλες τις δυνάμεις του, και δεν θυμάται σχεδόν τίποτε, - ούτε τα φυσικά, ούτε όλα άλλα ..., - τόσο γλυκά είναι η θεώρηση. Ο άνθρωπος θεωρεί νοερώς, με όλην την δυνάμιν του και ό τι βλέπει μέ τα νοερά του μάτια εξαντλεί τούτο για την γνώσιν. Σε «τεταμένη» κατάστασιν ταύτην ο άνθρωπος δεν κουράζεται, δεν τον ενοχλεί αυτή, άλλα ο άνθρωπος ενδύεται με την μεγάλη υπομονή. Διότι η ψυχή του τότε βρίσκεται εν μεγάλη ειρήνη και προσδοκά την αποκάλυψιν του μυστηρίου. Η θεώρησις και η άσκησις γίνονται γλυκά, η γνώσις και η αποκάλυψις δε – ανέκφραστη χαρά και μακαριότητα. Όλα ταύτα, φίλε μου, εκτελείται διά τόν άνθρωπον της μεγάλης αρετής. Υπό του Οσίου Πατρός ημών του Αγ. Ιωάννου του Σιναϊτου, του Κλήμακος μεταξύ των αρετών τούτων ονομάζονται η πίστις, η ελπίς και η αγάπη – διότι, οπός είπα, η τελευταία απ’ αυτών, η αγάπη είναι η μεγαλύτερη αρετή, τό τελευταίο σκαλί του κλίμακος των αρετών. Άν και βιώνει ο άνθρωπος την υπερτάτην αρετή, δεν γίνεται όμως να αρκέσει τις και να σταματήσει σ’ αυτήν, πιό περισσότερον επιδιώκει ο άνθρωπος πρός τον Θεό τήν αρετήν ταύτην για την πιο βαθιά ένωσιν και αχωρίστως ύπαρζιν εν αυτώ.

       Κατόπιν δέ έρχεται η θέωσις, την απόκτησιν της οποίας καθίσταται αδύνατον με οιανδήποτε προσπάθεια και οιανδήποτε αγώνα, το είναι ανόητο,είναι βλακεία. Η θέωσις είναι μόνον το δώρο του Θεού, ακατανόητη, ανέκφραστη αλήθεια, την οποίαν ο Κύριος θέλει να προσφέρει τινί και την ενέργεια του ζωοποιού Πνεύματος νά τον αξίζει του δώρου τούτου, ο οποίο θέλει και ιδιαίτερος αγώνας από τον άνθρωπον. Σέ τήν κατάστασσιν ταύτην ο άνθρωπος αφιερώνεται στην ταπεινοφροσύνη, ταπεινώνει το εαυτό του αυστηρά και στό τέλος βυθίζεται στήν βίωσιν της αξίας να μένει αχωρίστος μαζί Του. Δυνατά ανάβεται η φλόγα της αγάπης τότε, μια γλώσσα φλογός αναμμένη από το ανώτατο πύρα, το αιώνιο, που ονομάζεται η αγάπη. Ο άνθρωπος επιθυμεί την ενότητα με την φλόγα ταύτη, ολοκλήρως και όχι μόνον την ύπαρζιν μιας, αφαιρεμένης από του αιωνίου πύρος αυτού γλώσσας. Η ολόκληρη ενότητα με του αιωνίου πυρός είναι η θείωση δια την οποίαν ο άνθρωπος έχει ανάγκη, - έστω από την δεήσιν ή την εσωτερικών αυστηρότητα προς τον εαυτό του, - να απάρνηση και ξεχάσει τον ίδιον το εαυτό του, που άνευ ταπεινώσεως καθιστάται αδύνατον. Πρέπει να αγαπά τις τον καθένα, να βλέπει τούς αδελφούς και συνάνθρωπών σ’ αυτόν, να κρατά στην μνήμη του, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός έπαθε για όλους μας. Η αγάπη τού ανθρώπου πρός πάντες σημαίνει να γίνει αυτός λειτουργός των πάντων με την σοφία! Η σοφία, την οποίαν χαρίζει ο Κύριος σε όλους, επιβλέπει και περιβλέπει τον με τόσην αγάπη ...

       Πρό της ενότητος με τον Θεόν ο άνθρωπος βρίσκεται σε αγωνία, αγωνίζεται και επιδιώκει να μένει μονίμως εν το Κύριο, μετά δέ την ενότητα ο άνθρωπος βρίσκεται εν αγάπη όπου είναι η μεγάλη ησυχία, ειρήνη και ανάπαυση. Εκεί βρίσκονται αγώνες επιδιώξεις, επιθυμία – διότι στερείται ο άνθρωπος ολοκληρώσεως και τελειοποιήσεως, - ενώ εδώ βασιλεύει η μεγάλη ησυχία, ειρήνη και ανάπαυση – διότι αυτό είναι το πλήρωμα και ο άνθρωπος βρίσκεται εν πληρόματι.

       Πάντα ταύτα καλώς και ενθέως συνέγραψε ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης, ο οποίος περιγράφει την κλίμακα της αναπτύξεως της ψυχής του ανθρώπου, ένα όμως και τελευταίο του στερείται, το ό τι είναι ο στέφανος του παντός – αυτό ονομάζεται η αγάπη και η θειώσεις μόνον... Εδώ υπάρχει μόνον η αγάπη, η αγάπη και τίποτε άλλο, ο άνθρωπος μένει ολοκλήρως ενωμένος με τον Θεό, και αυτό είναι η ολόκληρη ένωσις. Ο νούς- αφαιρεμένος σταματά νά λειτουργήση, οι λογισμοί εξαφανίζονται παντελώς, δεν σκεπιεται τις τίποτε, άλλα θεωρεί μόνον τον Θεό και ό τι βλέπει και άκουει τις – από τον Θεό μόνον και κατόπιν τού Θεού μόνον ενεργεί τις και λέγει. Ο άνθρωπος έχει την σοφία από την αρχή και έως του αεί. Τις όμως είναι ο ενθεωμένος, το δεν είναι η δική μου υπόθεση – (αυτό, βεβαίως, ο γέροντας είπε γιά εμένα), - έναν δε τοιούτον γνωρίζομεν – τον Ιωάννην τον Θεολόγον.

       Καταπληγωμένος του άκουσα, επειδή όλα αυτά ακατανόητα ήταν για μένα. Ποτέ μου δεν το είχα ακούσει ιδιαιτέρως δε από τον γέροντα, ίσως θα νόμιζα, πως μου το φάνηκε. Λογιζόμουν στο εαυτό μου: «πως, το δυνατόν – να αφαιρετέ ο νους, εξαφανίζονται οι λογισμοί ... – αδύνατον τούτο...» Άλλα δεν διέμεινε στην αβεβαιότητα ταύτη και την στιγμήν που σιώπησε ο γέροντας σε λίγο του ρώτησα.

        - Ζητώ συγνώμη, πάτερ, πώς το δυνατό ο νους αφαιρείται, μένει ακίνητος, οι λογισμοί εξαφανίζονται και δεν σκέπιεται τις τίποτε, άραγε δυνατόν τούτο;

       - Ναι, πρέπει να μου πιστέψεις, φίλε μου, ότι αδύνατον για τον άνθρωπο, δυνατόν είναι για το Θεό, αναπόφευκτη είναι η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος υπέρ τον ανθρώπων είναι για να τον Θεώση η να του χαρίσει τον άχραντον στέφανον ανωτάτης αρετής– της αγάπης. Τι, άραγε, μήπως η ύπαρξη με τον Θεό, ένωση εν Κύριο, θα ομοίωση την κατάστασιν όταν ο νούς ενεργεί, όταν οι λογισμοί -κατά το είτε μικρότερο είτε μεγαλύτερο μέρος – μένουν σ’ εσένα και το μυαλό κρατείται με κάποια σκέψη; Η πλήρης ύπαρξη σε ένωση με τον Θεό αναπόφευκτο όχι μόνον κατά μέρος αφαιρέσεως του νού, άλλα και δυνατόν μόνον κατά την πλήρη αφαίρεσιν του. Αλλιώς δεν θα γίνεται η θείωσις, άλλα θα είναι ύπαρξις στον ανώτατο βαθμό, τον οποίον ο Άγιος Ιωάννης ονομάζει πίστη, ελπίδα και αγάπη. Εδώ έγινε ένα μεγαλύτερο θαύμα, που τότε, κατά την περίοδο της παραμονής μου μαζί με τον π. Γαβριήλ δεν ένοιωσα, - σαν να δεν έγινε τίποτε... έτσι άκουσα τις λέξεις του, οι οποίες κηρυσσόταν κάτι το θαυμάσιο. Κατά την συνομιλία μας εγώ τα δέχτηκα όλα σαν κάτι συνηθισμένο, και δεν κατάλαβα, πως ο τι έγινε, έγινε εξαιτίας της μεγαλύτερης ταπεινώσεως του π. Γαβριήλ. Η ανέκφραστη απλότητα του γέροντα κρυβόταν από τους νοερούς οφθαλμούς μου, το ό τι μου είπε τότε και μόνο μετά την συζητήσεις μ’ αυτόν, όταν έφυγα εκ του κελλιού του ενώτισα κι’ αυτές τις λέξεις και άλλες, ισότιμες με την βαθύτητα της σημασίας, οι οποίες ακούγονται τόσο απλώς, χωρίς της υπαγορευτικής έννοιας ...

       - Η αγάπη όμως αδύνατον άνευ της καταστάσεως όταν ο νους πρέπει να αφαιρεθεί και δεν πρέπει να δέχεται τους λογισμούς ... ιδού, όπως σε’ μένα – και ο γέροντας χτύπησε σιγά-σιγά δύο η τρεις φορές με τα δάκτυλα το κεφάλι του .... – Το αδύνατο να κάνει τις , φίλε μου, με τις δικές του δυνάμεις , δυνατό μόνον για το Άγιον Πνεύμα. Το Πνεύμα το Άγιον ενεργεί στον άνθρωπο και να τον αξίζει αυτό το θαύμα. Εγώ όμως.., τι έχω εγώ με τέτοια χάρη, .. μόνο από την πρεσβυτέρα μου ηλικία δεν κρατώ τους λογισμούς στο κεφάλι μου και το μυαλό μου αφαιρείται.

       Ύστερα, όταν είπε ο π. Γαβριήλ τις θαυμάσεις λέξεις του : «ιδού, όπως κι’ εγώ», κοινοποιήθηκα κατά κάποιον τρόπο και εγώ και τίποτε δεν ήθελε να τον ερώτησα. Παράδοξο, άλλα το πράγμα που δυνατόν να καταλάβει τις νοερά φανερώθηκαν για μένα τα χτυπήματα με το χέρι στο κεφάλι του. Επειδή μετά την συμπεριφορά του γέροντα η βίωσις του απιστεύτου, που είχα προς την διήγηση του, εξαφανίσθηκε και πάντα έγιναν γνωστά και απέκτησαν την εμπιστοσύνη μου. Και στο μυαλό μου άρχισε να λειτουργεί η δύναμις να σκέφτηκα κάτι και να κατάλαβα την διήγησιν, η οποία μου φάνηκε ακατανόητη πριν, τώρα δε μπόρεσα να την κράτησα στην μνήμη μου, - σαν την διήγηση τουλάχιστον.

       - Ο ενθεωμένος, φίλε μου, ουκέτι ζεί για το εαυτό του, άλλα μόνο για τη ωφελεία του συνανθρώπου υπάρχει στον κόσμο τούτο. Αυτός κρύβει το εαυτό του με την μεγαλύτερη ταπείνωσιν για να μην κάψει τους ανθρώπους. Επειδή εάν ζήση αυτός φανερά, δεν αντέχουν οι άνθρωποι την αληθινή υπάρξιν του και ο φθόνος θα τους τρώγει. Ειμή αυτός , φίλε μου, ο φθόνος αδύνατον να συμπεριληφθεί τούς , τόσο μεγάλος είναι αυτός ,το φαινόμενο δια τον μυαλό των. Το ότι δε η αγάπη είναι το τελευταίο μέτρο, το τελευταίο σκαλί του κλίμακας, μόνη η αγάπη, δηλαδή, η θείωσις είναι περί της οποίας δεν αναφέρεται υπό του Ιωάννου του Σιναϊτου σε «Κλίμακα» του, και τίποτε δεν το είχαν πει προκειμένου και κατόπιν, οικονομία είναι μεγάλη του Θεού. Ο Θεός το οικονόμησε για μένα να το ειπώ, και κανένας άλλος δεν θα το πει, εκτός από μένα ... Η αγάπη εξίσου είναι και η τελευταία και η τελειοποιούμενη εξήγηση της παραβολής των δέκα παρθένων – οι δέκα μωροί παρθένες στερειόταν της αγάπης. Αυτό ήταν η κύρια έννοια της παραβολής ταύτης και η αιτία των αιτιών – δι’ ο τι ελαττώθηκαν αυτές της σωτηρίας της ψυχής.

       Ως το σημείο τούτο εκείνες οι εξηγήσεις που είχαν πει προκειμένου την Οικονομία του Κυρίου είχαν μεν ανάγκη και δόθηκαν για μας. Αυτήν δε, την τελευταίαν εθέλησε ο Θεός να φυλασσόταν για τον τελευταίον καιρόν, δια να το δώσει σαν κάτι το πιο μεγαλύτερο, απαραίτητο και αναγκαίο δια σήμερον παρά πότε πριν. Και το χάρισε ο Θεός για εμένα, τον αμαρτωλόν, και τις άλλος ειμή εγώ, ο π. Γαβριήλ, πού έπρεπε να το είπα; Εμένα, ο οποίος έβασανιζόμουν σ’ όλη την ζωή μου δια Θεό και την αγάπη προς τον συνάνθρωπων, δεν λυπόμουν το εαυτό μου και τι, εάν βρήκα εγώ την χάριν να την παρέλαβα ενώπιον του, ελέω του Θεού, δια να είπα στων συνάνθρωπων μου, ότι νυν ο Θεός θέλει την αγάπη από μας και ότι σήμερον πρέπει να αγωνιζόμαστε με όλες τις δυνάμεις μας δια την αγάπη, την αγάπη του Θεού και την αγάπη προς των συνανθρώπων». Φυσικά, ο π. Γαβριήλ το μου είπε με την μεγάλη ταπείνωση η οποία εμφανιζόταν φανερά προπαντός κατά την συνομιλία του, άξιον θαύματος όμως σ’ όλα ταύτα ήταν ότι οι λέξεις και τα ρήματα του γέροντος έκαναν μεγαλύτερη εντύπωσιν και ταυτοχρόνως ακουγόταν σαν κάτι βασικό, κάτι ηγεμονικό ...

       - Στην αρχή, όταν ο Αγ. Ιωάνης ο Σιναϊτης ερμηνεύτηκε την παραβολή περί των δέκα παρθένων ως παράδειγμα αγαθών πράξεων, δηλαδή – περί της ελλείψεως τούτων σε μωρές παρθένες, - ο καιρός τότε τέτοιαν την ανάγκη είχε. Διότι τότε τα αγαθά έργα ήθελε ο Θεός από τους ανθρώπους, ζητούσε απ’ αυτούς τις πράξεις των αγαθών και τις αγώνες δι’ αυτές τοιουτοτρόπως.

       Ύστερα ο Σεραφείμ του Σαρώφ ερμηνεύθηκε πάλη την παραβολή ταύτη, με την καινή έννοια της, και δη - η αιτία της απώλειας των μωρών παρθένων έχει εξηγήσει με έλλειψη σ’ αυτές της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Μ’ αυτό ο Κύριος προσετάθηκε πρός τον άνθρωπο ν’ αποκτήσει το Πνεύμα και τοιουτοτρόπως να αγωνιζόνταν. Διότι τέτοια είχαν την ανάγκην τότε, οφείλει να βασίζονταν σ’ αυτήν την κύρια έννοια, να εύρησαν και απέκτησαν την χάριν του Πνεύματος – το ζητούσε από τον ανθρώπον ο Κύριος τότε κι αυτό θα του απαιτηθεί μετά την έξοδο από τον κόσμο τούτο.

       Σήμερον όμως, όταν έφτασε ο τελευταίος καιρός, ο καιρός της Κρίσεως, «και δια το πληθυνθήναι την ανομία ψυγήσεται η αγάπη των πολλών» (Μτθ. Κδ 12), ο άνθρωπος έχει ανάγκη της αγάπης και πρέπει να έχει και την σοφία, δια να μη τον ελλείψη την αγάπη και να μην αφαιρεθεί τις απ’ αυτήν. Επειδή το πνεύμα του πονηρού σήμερον με όλες τις προσπάθειες ζητά να εκρίζωση την αγάπη από την καρδία του ανθρώπου, και με την αφαίρεση αυτής σιγά-σιγά τον ψυχραίνει, και στο τέλος να τον αφαίρεση καθόλου απ’ αυτήν. Την αγάπη μας ζητάει ο Κύριος σήμερον ! Το είναι το πιο απαραίτητο τώρα, της έχουμε ανάγκην. Δι’ αυτό όλον τον αγώνα μας πρέπει να καθοδηγήσουμε προς το να βρούμε και αποκτήσουμε την αγάπη, που καθίσταται δυνατόν μόνο με τα αγαθά έργα. Διότι η αγάπη χωρίς των έργων είναι νεκρά και τα μάταια λόγια, πού κτυπούν τον αέρα μόνο, και τα οποία θα δώσουν λόγον δια την κόλαση κατά την ήμερα της κρίσεως ενώπιον Ιησού Χριστού. Διότι έλεγε μεν τις «αγάπη, αγάπη...» απομακρύνθηκε όμως από τα έργα, που έπρεπε να έκανε ενώπιον του Θεού και συνανθρώπου του, είτε έστω και έκανε κάτι φιλανθρωπικά– ήταν ελαττωμένα παρ’ αυτά που δυνατόν να έκανε, άλλα δεν επέτυχε κατά το δυνατόν.

       Η αγάπη ζει, ζώσα είναι, φίλε μου, πεθάνει όμως χωρίς τα αγαθά έργα. Τα αγαθά έργα δε είναι η ζωή της αγάπης. Αυτά είναι η αληθινή αγάπη και η μοναδική δύναμις , μέσω της οποίας δυνατόν να αντέξει τις τους πειρασμούς των τελευταίων καιρών, στο βαρύ και στο φόβο, που ο αντίχριστος και η πρόσκαιρη βασιλεία του θα προσφέρει στον κόσμο. Εδώ τελείωσε ο γέροντας την συζήτηση του περιγραφή της οποίας δεν θα αναλάβω παρακάτω (δια να μη φανεί πολύ παρατεταμένη η διήγησις). Καθόμασταν, λοιπόν, κατ’ ολίγον χρόνο, ο π. Γαβριήλ μου κοιταζόταν με συνηθισμένο του χαϊδευτικό βλέμμα. Και από έξω ακουστικέ «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών» – κάποιος επισκέπτης ήλθε . Έμμειναν μαζί του,- πιο σωστό, είμαστε μόνοι μας λίγο καιρό ακόμη, διότι άρχισαν να έρχονταν οι επισκέπτες σε γέροντα. Με τα λόγια «αμήν»ο π. Γαβριήλ επέτρεπε στον επισκέπτη να μπεί μέσα σε μένα δε κοίταξε χαμογελώντας και μου είπε: «Λοιπόν, φίλε μου, πορεύθητι εν όνοματι του Χριστού». Κι εγώ τον προσήγγυσα γρήγορα, έλαβα την ευχή του και τράβηξα στο σπίτι μου. Πολύ δύσκολο να περιγράψω, πόσο χαρούμενος και ευτυχισμένος ήμουν εγώ για όλα αυτά, χάρηκα ότι ο π. Γαβριήλ μου εξηγούσε της τιμής να έλαβα μέρος σε τοιούτο αξιοσήμαντον διάλογο. Συνάπτεται σ’ όλα αυτά και αυτή η πνευματική εξωτερική κατάσταση, που εδέχθηκα από τις ταύτες, δηλαδή, τις κεχαριτωμένες λέξει του γέροντος. Διότι καθεμία λέξη του – έστω η συνηθισμένη, είτε κάτι που υπαγορεύει η εκφράζει, που συμπεριλαμβάνει της βαθιάς εννοίας, - ακουγόταν τόσο εντυπωσιακά, με τόση γλυκεία. Αυτές μου έφεραν μεγάλη χαρά, γαληνή, και – το πιο σοβαρότερο, - εισέφεραν και την τεράστια αγάπη και την βίωσίν της. Κατά κάποιον τρόπο το κυκλοφορούσε σε μένα διασπείροντας στα πάντα γύρω ΄πως και σ’ εμένα την ωραιότητα, φωτεινότητα και την σιωπή, που μιλούσε. Και στο μυαλό μου εδώθηκε η δύναμη να σκέπιεται υγιαινώς και ελευθέρως, και εγώ σκεπτόμουν περί του ότι μου είπε ο π. Γαβριήλ Μου αποκαλύφθηκε και εντυπώθηκε σιγά-σιγά στο εαυτό μου η βαθιά έννοια των λόγων του π. Γαβριήλ, την οποίαν δεν κατάλαβα κατά την παραμονή μου μαζί του, που, - θα το πώ μια φορά ακόμη , έγινε εξαιτίας της θαυμασίας απλότητος και καταπληκτικής ταπεινώσεως του. Η κατάπληξη ηυξανόταν και από την εντύπωση μου, θυμίζοντας τα λόγια του π. Γαβριήλ περί θεώσεως και το, ο τι ο γέροντας ήταν αυτός, ο οποίος κρυβόταν πίσω στα λόγια και τα έργα του. Και δη βαθιά εντύπωση έκαναν σ’ έμενα, όταν μου είπε: «να, σαν κι εγώ» και δύο – τρις φορές κτύπησε με τα δάκτυλα το κεφάλι του. Έπρεπε του γέροντα να έκανε έτσι, διότι έβλεπε την πλήρη άγνοια μου στα θέματα ταύτα και την κατάπληξιν μου και μ’ αυτό που έκανε, έκανε και την πλήρη μεταμόρφωσίν μου. Μετά ταύτα το μυαλό μου έλαβε αρχή να καταλαμβάνει κάτι του θέματος, όχι όμως με την πλήρη κατανόηση, άλλα σε κάποιο επίπεδο, το έγινε ψηλάφητον τουλάχιστον, κατά κάποιο τρόπο κατανοητό για μένα. Η πιο αλάθητη και μεγαλύτερη πίστις, προκειμένου ότι ο π. Γαβριήλ ήταν ο ενθεωμένος γέροντας εμαρτύρουσε, ή έδειξε, παρά της μεγάλης πίστεως και εμπιστοσύνης μου στα λόγια του εμφανίστηκε η εσωτερική μεταμορφώσις μου. Διότι ύστερα από την πράξη και τα λόγια του, - περισσότερα δε την πράξιν, παρόλο που και τα λόγια του είχαν μεγαλύτερη έννοιαν και των ακολούθησαν τα σοβαρά αποτελέσματα, - κτυπίσαντι δύο -τρείς φορές με τα δάκτυλα το κεφάλι του και όταν μου είπε «να, σαν κι εγώ», εγώ ,- ας πούθμε,- γεμίσθηκα και παρόλο που το μυστήριο της θεώσεως και η αντίστοιχη κατάσταση έμειναν πια ακατανόητοι για μένα, ξαφνικά το έγινε καταπληκτικός πιστό και καταληπτό δι’ εμένα – τοιουτοτρόπως δε δυνατόν να ενεργεί μόνον ο ενθεωμένος γέροντας, όπως ο κάτοχος του βαθμού αντιστοίχως των ρημάτων του.

       Και πάλιν, στη κατάνυξη ταύτη προσετιθόνταν και αυτά τα λόγια του γέροντος, όταν αυτός έκανε την σύγκριση του βαθμού της πνευματικής προόδου τ.ε. της κλίμακος των αρετών, την οποίαν η Εκκλησία μας κληρονόμησε από τον Θεοφόρον πατέρα ημών τον Αγ. Ιωάννου τον Κλίμακα, με ακόμη ένα, όχι μόνο το σκαλί τι του κλίμακα, αλλά και τον «στέφανον του απαντός»- όπως έλεγε ο ιδιος ο μακάριος γέροντας, δηλ. την αγάπη, που έλλειπε για την θέωσιν. Λέγοντας ότι «ο Θεός το φύλαξε για μένα», όπως το είπα αυτός και κανένας άλλος αδύνατον να το είπη. Ο γέροντας το είπε έτσι, ώστε έκρυβε την δυσχέρεια και την ανησυχία, την λύπη στην καρδία του, επειδή δι’ αυτόν κανένας ακόμη δεν το είχε πει. Προσετίθετο σ’ όλα ταύτα και η παραβολή των δέκα παρθένων (νομίζω το πιο σοβαρό θέμα της ομιλίας), όπου η αίτια της απώλειας των δέκα μόρων παρθένων κατόπιν της ερμηνείας του π. Γαβριήλ, ήταν η έλλειψη της αγάπης σ’ αυτές και ότι η έλλειψη της αγάπης των δέκα μωρών παρθένων καθίσταται η τελευταία ερμηνεία της παραβολή τούτης, πού για μας,τούς ανθρώπους είναι η κλήσις και η ζήτησις του Θεού, δια να αγωνιζόμαστε με όλες τις δυνάμεις μας να βρούμε και να αποκτήσομε την αγάπη. Αύτη την αγάπη, η οποία, όπως κάτι το ποίο σημειωτάτο που μας φυλάχτηκε υπό Κυρίου κατά τους δύσκολους καιρούς αυτούς, όπως και το πιο απαραίτητο, πού οφείλουμε σήμερον όπως ποτέ πριν μετά την έλευσιν του Σωτήρος Χριστού στην ιστορία της ανθρωπότητος. Από την άξαφνη χαρά η οποία μου συνέργησε να κατάλαβα τα γεγονότα που συνέβησαν σ’ εμένα και από το θαυμασμό έμεινα σαν «καθαιρημένος». Σαν δεν χορευόμουν στο εαυτό μου όλα αυτά και ήθελα να τα διηγήθηκα σε κάποιον ευσεβή γνωστόν μου. Και επομένως, στο γυρισμό μου στην Τυφλίδα δεν πήγα αμέσως στο σπίτι μου, αλλά επισκέφτηκα μιαν οικογένεια των καλών φίλων μου, οι οποίοι γνώρισαν καλά τον π. Γαβριήλ και των διηγήθηκα με λεπτομέρειες όλα. Οι εκείνοι δε, καταπληγωμένοι από την διήγηση μου, χάρηκαν πολύ ... Μερικές ώρες μείναμε μαζί, μιλήσαμε περί του γέροντος και συζητούσαμε τα σχετικά θέματα.

       Βράδιασε πια όταν γύρισα στο σπίτι μου. Σε λίγο γύρισε από την δουλεία και ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο οποίος γνώρισε τον π. Γαβριήλ πιο νωρίτερα από μένα και στον οποίο διηγήθηκα τα γεγονότα με τις λεπτομέρειες. Ύστερον δε κάθισα μόνος μου ήσυχα και μου γεννήθηκε η επιθυμία να αναγνώρισα το Ευαγγέλιο, δηλαδή, να έριξα το μάτι μου στο Ευαγγέλιο τούτο, το οποίο έχει εκδώσει στην Στοκχόλμη, στο Ινστιτούτο Μεταφράσεως Αγίας Γραφής. Το Ευαγγέλιο εκείνο, που είχα αγοράσει πριν αρκετού χρόνου, το κρατούσα στο σπίτι μου, αλλά επειδή είχα ακούσει, ότι αυτό συμπεριλαμβάνει πολλά τα λάθη και η μετάφραση εξίσου δεν παρουσιάζει το αντίστοιχο επίπεδο, ούτε τον διάβαζα, ούτε κι αν είχα ανοίξει, το αγόρασα όμως, διότι μου το άρεσε σαν το βιβλίο, την ποιότητα του, και διότι το ήταν Ευαγγέλιο τουλάχιστον. Σηκώθηκα, έβγαζα το Ευαγγέλιο από το συρτάρι, όπου το κρατούσα, έριξα το μάτι σ’ αυτό το άνοιξα για να διάβασα. Την πρώτη φορά ανοίξα τύχον την αρχή του Ευαγγελίου κατά Ιωάννη « Εν αρχή ήν ο Λόγος, και ο Λόγος ήν πρός τον Θεόν και ο Θεός ήν ο Λόγος» Μετά ταύτα διάβασα ακόμη μερικούς στίχους και κατάλαβα, πως η γνώμη προκειμένου της γλώσσης της μεταφράσεως, - δήθεν αυτό δεν αντιστοιοιχεί το κατάλληλο επίπεδο, δεν ανταποκρινόταν την πραγματικότητα, ούτε βγαίνει όμως σε σύγκριση με την μετάφραση του Ευαγγελίου στα αρχαία Γεωργιανά. Κατόπιν μου γεννήθηκε η επιθυμία να έριξα το μάτι και στις επιστολές των Αγίων Αποστόλων. Τελικά, άρχισα να ξεφύλλιζα το βιβλίο, πέρασα – δεν ξέρω γιατί, - τις επιστολές των Αποστόλων και έφτασα στην Αποκάλυψιν του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου. Άρχισα από το πρώτο στίχο της πρώτης κεφαλής: «Αποκάλυψις Ιησού Χριστού, ήν έδωκεν αυτώ ο Θεός, δείξαι τους δούλους αυτού ά δει γενέσθαι εν τάχει» - το διάβασα, συνέχισα και λίγο παρακάτω και ξαφνικά θυμήθηκα τα λόγια του π. Γαβριήλ: «Του ενθεωμένου είναι η σοφία απ’ αρχήν έως του αεί, τις δε ήταν ο ενθεωμένος, δεν είναι δική μας υπόθεση, μόνον που ξέραμε – τον Ιωάννη του Θεολόγο».

       Μ’ αυτήν την έξαφνη βεβαίωση των λόγων του γέροντα, - το ήταν και είναι σαν το μικρό θαύμα για μένα, - χάρηκα περισσότερα και το μου στερέωσε στην πίστη ότι η διήγηση του π. Γαβριήλ όλως ήταν αλήθεια. Τον πίστευα, μάλιστα και απ’ αρχήν, το θαύμα ήταν όμως για εμένα το γεγονός τούτο, το οποίο την ιδία μέρα, μετά τους δύο-τρεις ώρες, ύστερα από την επικοινωνία με τον γέροντα μου παρουσίασε την βεβαιώσιν των ρημάτων του, - και, μάλιστα, από το Άγιο Ευαγγέλιο, - όπως η βεβαίωση της ενέργείας του Θεού, που σφραγιστικέ το αλάθητον και την αλήθεια της διηγήσεως. Καθίσταται δύσκολο να εκφράσω την κατάσταση της ψυχής μου, πώς δοκιμαζόμουν προ του να συνέγραψα την διήγηση του γέροντα. Θα πω ενώπιον του Κυρίου και θ’ αποφύγω να ορκίσω δι’ αυτό μόνον, ότι θυμάμαι, το παρακάτω ρήμα του Αγίου Πατρός τινός : «ο άνθρωπος είναι αδύνατος τόσο, ώστε δεν καταλαμβάνει καλά, ως το τέλος του εαυτού του και ουχί, μάλιστα, του Αγγέλου και του Κυρίου», - αλλιώς δεν θα εγκρατίσθηκα και θα όρκισα, ότι εντρεπόμουν - λόγω της αναξιότητας μου - να τα έγραφα. Δεν ξέρω, αν υπήρχαν στο κατώτατο βυθός της ψυχής μου του θέλημα να τα έγραφα, εξαιτίας της υπερηφάνειας η της ύβρεως –αντίθετα, η ακραία ντροπή και η κατάνυξίς μου έγιναν αφορμή να έγραψα το ό τι διηγήθηκα. Δόξα τω Θεώ, ο Οποίος μου ήξισε να έτυχα, να κατάλαβα,- κάτι, τουλάχιστον,- ότι μου διηγήθηκε ο π. Γαβριήλ, ότι ήταν ενθεωμένος ο γέροντας ουτός, και ό τι σημαίνει η ενθέωσις, δηλ. τι είναι η ενθέωσις, τι είδος καταστάσεως είναι και πως σε πιο περιβάλλον δυνατόν να την φτάσει τις. Και ότι η αγάπη και μόνον η αγάπη ,«ο στέφανος του παντός» είναι η ενθέωσις, διότι ο θεός με την ακατάληπτη σοφία Του ήθελε να το οικονομήσει επάνω στη κορυφή των αρετών – τη πίστεως και της ελπίδος, και ο οποίος απέκτησε την αγάπη, δηλαδή ο γέροντας ήταν για τον οποίον ο Θεός διαφύλαξε να το πεί – θαυμάσια Οικονομία...

       Σημειωτέον εξίσου και την ερμηνεία της παραβολής περί των δέκα παρθένων, όπου διηγείται ότι οι πέντε μωροί τιμωρήθηκαν λόγω της ελλείψεως της αγάπης, και αυτή είναι η τελευταία ερμηνεία, η οποία δίνεται υπό του Κυρίου. Η καθεμία ερμηνεία της εν λόγω παραβολής καθίσταται το κοσμοϊστορικό παράδειγμα της ανθρωπότητος, που συμπεριλαμβάνει την βαθύτατη, ακατάληπτη έννοια της Οικονομίας του Θεού στην ύπαρξη του ανθρώπου, και μέσω του οποίου εκφράζεται, δηλώνεται και δίνεται στην ερμηνεία και στις ερμηνείες της παραβολής. Το γεγονώς, πού βεβαιώνεται και δηλώνεται κατά καιρούς και εν παντί καιρώ τω κηγύγματι του ενσαρκωμένου Λόγου, Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και ότι κατά το καιρό, όταν εγγύς το τέλος η επιδίωξη αυτή προς την αγάπη και την απόκτησηιν αυτής έχουμε από τον Θεό, ως το θέλημα και η υπαγόρευση Του, διότι σ’ αυτό υπάρχει και αυτό το ίδιο είναι τοιαύτη η δύναμις η οποία θα μας σώσει από την μανία του πνεύματος του αντίχριστου, από τους πειρασμούς που ενισχύθηκαν και με τους οποίου πληρώνεται καταστροφικά τα πάντα. Αυτή η δύναμις θα μας σώσει και από της τρομερής σκλαβιάς του αντίχριστου.

       Όλα αυτά, λοιπόν, έγινε αφορμή να σκεπτόμουν, ότι είχε ανάγκη να διηγηθώ, να συνεγράψω, ότι ακούστηκα. Άλλα και η σκέψη, ότι μου πρέπει να εκτελέσω το έργο τούτο, μου οδηγιόταν σχεδόν προς την άρνηση του θελήματος μου. Τρόμαξα και φοβήθηκα ενώπιον του Θεού, όταν τελικά αποφάσισα ν’ ακολούθησα την ιδέα μου και να υποστηρίχθηκα σ’ αυτήν. Η συνείδησης μου πάντα μου έλεγε: «πως να χάσης εντελώς ταύτα; Τι, μήπως το είναι μόνο το δικό σου; Μη φοβίσεης να απαντήσης δι’ αυτό προς τον Χριστον;» Μου γεννήθηκε η ντροπή προς τον, π. Γαβριήλ, τον ανέκφραστο θαυμαστό γέροντα αυτόν, ότι λόγω εμένα θ’ απολέσει χωρίς ίχνους η πολύτιμη συζήτηση του .... Αυτή η διήγηση περί του εαυτού μου δεν ήταν ελαφρές κινήσεις της ψυχής μου, ούτε απλές δοκιμασίες, άλλα η δύσκολη, πολύπλοκη, διαρκής πορεία, που διατεινόταν τέσσερις χρόνους με τις εσωτερικές αγώνες και αγωνίες και αποφάσεις να μη βαριόμουν τους αναγνώστους έγραφα συντόμως, κατά το δυνατόν.

       Και επιτέλους, το μυαλό μου επέστρεψε ολόκληρος προς το να δημωσιεύσω το σύγγραμμα της διήγησεως του π. Γαβριήλ. Εάν αδυνατίσει να την καταλάβει ο αναγνώστης, να μου συγχώρηση, είθε μου συγχωρήσουν και ο αναγνώστης και ο γέροντας, εάν δεν κατάφερα να προχώρησα... – δόξα τω Θεώ. Αμήν!

Ο ιερομοναχός Κυρίων (Ονιάνι)
Νταβίτ-Γκαρέτζα
1999
Η μετάφραση από γεωργιανή γλώσσα στην ελληνική της Ειρήνης Γκαρακανίτζε